Friday, June 17, 2011

Μια άλλη ματιά στις πλατείες της αγανάκτησης

Ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές, χιλιάδες πολίτες συρρέουν στο κέντρο της Αθήνας για να στηρίξουν μία από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις που γνώρισε η ελληνική μεταπολιτευτική ιστορία.



Ενώ οι Ισπανοί εγκαταλείπουν την Puerta del Sol από όπου δόθηκε το σύνθημα της πανευρωπαικής αγανάκτησης, πριν από έναν ακριβώς μήνα, το ελληνικό twitter εορτάζει τη 15η Ιουνίου ως "τη μεγαλύτερη μέρα της Μεταπολίτευσης". Και μία από τις πιο επικίνδυνες, έρχονται να προσθέσουν τα παραδοσιακά μέσα, για τις αντοχές του πολιτεύματος.



Τα γεγονότα τρέχουν. Βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος ανεξαρτητοποιούνται ή απειλούν να το κάνουν- πολλοί μιλούν για "νέα Ιουλιανά".

Ποτέ πριν η ταχύτητα της ενημέρωσης δεν πλησίασε τόσο τη φυσική ροή των γεγονότων. Η σύνδεση είναι διαρκής, ενώ η διάδοση του live streaming, από τις πρώτες ακόμα ημέρες των διαδηλώσεων στο Σύνταγμα, επαναπροσδιορίζει τους όρους που κάνουν ένα γεγονός άξιο αναμετάδοσης.

Σε αντίθεση με τα ξεσπάσματα της βίας που κατά παράδοση προτιμούν τα κεντρικά δελτία των ειδήσεων, η εικόνα του πλήθους που κυκλώνει σιωπηλό το Κοινοβούλιο, λειτουργεί περισσότερο ως ανοιχτή πρόσκληση συμμετοχής, παρά ως απολογισμός ενός γεγονότος που έχει συμβεί ήδη κάπου αλλού.
Ο θεατής ποτέ δεν προ(σ)κλήθηκε τόσο άμεσα να εγκαταλείψει τη θέση του ως θεατή και να μπει μέσα στο γεγονός.

Από τις πρώτες ώρες ακόμα οι αναρτήσεις στο Facebook είναι σε έγκλιση προστακτική. "Σηκωθείτε", γράφουν ο ένας στον άλλον οι εικονικοί φίλοι, "και ελάτε στην πλατεία". "Αγανακτήστε".

Είναι η έγκλιση, η ιστορική συγκυρία, το προηγούμενο των αραβικών εξεγέρσεων ή ο τρόπος που ο Stephane Hessel τα συνοψίζει στο ολιγοσέλιδο βιβλίο του, που εκδόθηκε, σύμφωνα με τους Times, "από σπόντα", κάτω από αυτόν ακριβώς τον τίτλο, η αφορμή που ξυπνά την αγανάκτηση;

"Είμαι 93 ετών", γράφει ο Hessel στην αρχή του βιβλίου του. "Τούτο δω είναι ίσως το τελευταίο πράγμα που κάνω".

Ένας βετεράνος των πολιτικών κρίσεων φιλοδοξεί στα στερνά να ξυπνήσει τα αντανακλαστικά μίας νεολαίας που ενώ έχει μεγαλώσει εθισμένη στο "όλο και περισσότερο", καλείται ξαφνικά να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη κρίση που έχει γνωρίσει η μεταπολεμική Ευρώπη. Το βιβλίο του Hessel δεν αναλύει τις συνθήκες και δεν έχει κάτι απτό να προτείνει. Μόνο παρακινεί: "Αγανακτήστε". Σε έναν κόσμο που ο εχθρός είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιοριστεί, ο Hessel καλεί τους νέους να αναγνωρίσουν ως προσωπική τους ευθύνη την επίλυση κρίσεων που ως τώρα βιώνονταν, όπως εύστοχα το λέει και ο Zizek, σαν "ψευδο-φυσικές" καταστροφές.

Το πιο διορατικό, ίσως, σχόλιο του Hessel, και αυτό που κυρίως ευθύνεται για την ταύτισή του με τις πλατείες της σιωπηλής αγανάκτησης, είναι ότι πολύ πιο σημαντικό από το να καταδικάζουμε την τρομοκρατία είναι να καταλάβουμε πόσο είναι στην πραγματικότητα ελάχιστα αποτελεσματική.

Αν το σύντομο βιβλίο, που δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μία εκτενής συζήτηση του Hessel με την εκδότριά του, συνοψιζόταν σε μία εικόνα, αυτή θα ήταν η εικόνα των κατοίκων του Μπιλίν, ενός μικρού χωριού της Δυτικής Όχθης, που διαμαρτύρονταν ειρηνικά, επί χρόνια, μπροστά στο διαχωριστικό τείχος που ύψωσε η κυβέρνηση του Ισραήλ για την προστασία του κράτους- ώσπου εισακούστηκαν.



"Με τον μη βίαιο αγώνα μπορούμε να κερδίσουμε τον πόλεμο της ενημέρωσης", έλεγε πριν ένα χρόνο στο Βήμα ο Παλαιστίνιος ακτιβιστής Αγέντ Μοράρ.

Φαίνεται πως οι απανταχού αγανακτισμένοι αντιλαμβάνονται και με όρους θεάματος τον αγώνα που καλούνται να αναλάβουν.
Εικόνες όπως αυτή, που τραβήχτηκε λίγες μέρες πριν έξω από τη Βουλή, όπως και αυτό το βίντεο, αποτελούν όπλα τους. Οι συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων της Βαστίλλης, της Puerta del Sol, της πλατείας Συντάγματος, μπορεί να μην κατάφεραν να πείσουν όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις από το σπίτι τους για την ιδεολογική τους συνοχή, για τη δυνατότητα να προσφέρουν μία εναλλακτική με διάρκεια, αλλά ψηλαφούν τις δυνατότητες μιας νέας μορφής αυτο-οργάνωσης που θα μπορούσε να κάνει λίγο περισσότερο πολιτική την καθημερινότητά μας.

"Το Σύνταγμα δεν είναι κομμούνα, ούτε στρατηγείο της κοινωνικής επανάστασης όπως την οριοθετούν, με βάση τα αλάνθαστα θεωρητικά κείμενα που επικαλούνται, παλιοί και νέοι,καλοπροαίρετοι και κακοπροαίρετοι αντικέρ", γράφει ένας φίλος μου στο Facebook.

Στον αντίποδα των βίαιων διαδηλώσεων που αναλάμβαναν κατά παράδοση οι εξειδικευμένες πρωτοπορίες για λογαριασμό όλων των άλλων, οι πλατείες της σύγχρονης αγανάκτησης θα άξιζε να ιδωθούν σαν μια πρώτη προσπάθεια ανακατάληψης του δημόσιου χώρου από τον καθένα.


Tuesday, June 7, 2011

στους φίλους, ακτιβιστές με αναπηρία, που δείχνουν για δεύτερη μέρα Μηδενική Ανοχή στο ΙΚΑ της Ομόνοιας

Η αγανάκτηση όπως και η κατάληψη έχουν γίνει, τον τελευταίο καιρό, της μόδας. Όλοι βρίσκουμε έναν τουλάχιστον λόγο που μας κάνει να αγανακτούμε αρκετά ώστε να μαζευτούμε σε συντριβάνια και πλατείες, υψώνοντας τη φωνή μας κατά της αντιπροσώπευσης, αξιώνοντας να συμμετέχουμε ενεργά στα όσα αποφασίζονται επί χρόνια για εμάς, χωρίς εμάς.



Στη διάρκεια των δέκα τελευταίων ημερών η συζήτηση περί του φαινομένου της αγανάκτησης, που μετεδόθη ως ιός από χώρα σε χώρα και γεμίζει κάθε βράδυ τις πλατείες μας, φαίνεται να παράγει ακόμα περισσότερη αγανάκτηση, καθώς παράλληλα με τα όσα διαδραματίζονται στους δρόμους, τα κοινωνικά media αποτελούν αρένες αντιπαράθεσης γύρω από το πόσο πολιτικό είναι το κίνητρο ή το μέσο με το οποίο αντιδρά ο διπλανός μας.


Μέσα στο κλίμα αυτό της γενικευμένης δυσφορίας, μία ομάδα ακτιβιστών με αναπηρία κατέλαβε χθες, αιφνιδιαστικά, τα κεντρικά κτίρια του ΙΚΑ στην Ομόνοια.

Ο λόγος: Το Ίδρυμα ενέκρινε σε πρόσφατη συνέλευσή του, τη μείωση κατά 50% των ποσών χρηματοδότησης των αναπηρικών ειδών- μεταξύ αυτών και των τεχνητών μελών που είναι απαραίτητα ώστε να μπορούν να βγουν οι άνθρωποι με βαριές αναπηρίες από το σπίτι τους, να συνεχίζουν να έχουν κοινωνική ζωή και να εργάζονται.

Αργά το βράδυ,οι καταληψίες συνάντησαν τον Διοικητή του Ιδρύματος ζητώντας την άμεση απόσυρση της εγκυκλίου.



Τη συνέχεια την βλέπουμε από το πρωί σε τηλεοράσεις και πρωτοσέλιδα εφημερίδων, ενώ το το θέμα της απόσυρσης έχει ήδη τεθεί ως επερώτηση στη Βουλή .


Οι άνθρωποι που είναι κλεισμένοι στο ΙΚΑ για δεύτερη ημέρα σήμερα έχουν ονόματα, προσωπική ζωή, σπουδές και τη δική του προσωπική πορεία ο καθένας που, για όσους συμβαίνει να γνωρίζουμε κάποιους από αυτούς προσωπικά, είναι μία πορεία που τέμνει εδώ και κάποια χρόνια οριστικά και τη δική μας ζωή, ακριβώς επειδή οι φίλοι μας αποφάσισαν να μην μείνουν στο σπίτι τους.

Παρά την αβάσταχτη κούραση που προκαλεί ένα τεχνητό μέλος όταν το φοράει κανείς επί ώρες, ένα αμαξίδιο που βρίσκει διαρκώς αδιέξοδα στις υποδομές αλλά και στην ευαισθησία μας- ή μάλλον στην ελλειπή μας γνώση για το πως να συμ-βιώνουμε με μία διαφορετική από τη δική μας κατάσταση. Παρά τον κόπο και τη βαθειά, διαρκή απογοήτευση που μπορεί να προκαλέσει η καθημερινότητα στην ευρωπαϊκή μας πόλη, οι φίλοι μας βγαίνουν έξω εδώ και χρόνια διεκδικώντας αυτό που ο Γιώργος Χρηστάκης, ως υποψήφιος διδάκτορας ψυχολογίας αλλά και ως χορογράφος, ονομάζει εμφάνεια. Υπόθεση επαφής. Παράγοντας εικόνες, όπως αυτήν, που διεκδικούν να κάνουν το νέο, οικείο.




Οι φίλοι μας βγαίνουν έξω και εξηγούν, όπως το κάνει επί χρόνια ο Αντώνης Ρέλλας, ως επαγγελματίας της επικοινωνίας, ότι υπάρχει ένα μίνιμουμ γνώσεων που πρέπει να έχει κανείς ώστε να μπορεί να παρέμβει πολιτικά και να μην ασκεί απλώς φιλανθρωπία απέναντι στις ειδικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν τις ζωές των άλλων.

"Η υπαρκτή δύναμη της επαγγελματικής γνώσης υπερίσχυσε ή έστω προσπαθεί συνεχώς να υπερισχύει της υπαρξιακής αδυναμίας που υποκρύπτουν οι κατ’ επάγγελμα εκφραστές καλών προθέσεων", έλεγε σε συνέντευξή του το καλοκαίρι που μας πέρασε.




Ο Γιώργος, ο Αντώνης, ο Χρήστος, ο Ματθαίος, ο Αλέξανδρος όπως η Χριστίνα, ο Γιώργος και η Μαρία, και όλοι οι φίλοι που ήταν αγανακτισμένοι πριν την αγανάκτηση, πολιτικά ενεργοί πριν την κρίση, έχουν αποφασίσει να βγουν από το σπίτι τους εδώ και χρόνια και να μείνουν έξω.

Μπορεί να μην κατασκηνώνουν στις πλατείες της μαζικής αγανάκτησης, κάποτε επιτρέποντας στα μέσα να τους αντιμετώπιζουν σαν μια "μικρή ομάδα", αλλά είναι οι φίλοι και οι συνάδελφοί μας, και ο σπόρος που έχουν σπείρει στη ζωή μας είναι βότσαλο σε λίμνη που δημιουργεί τις κοινωνικές συνθήκες να ευδοκιμήσει η οποιαδήποτε αλλαγή στις μέρες που θα έρθουν.

Tuesday, May 18, 2010

Κοιμήσου εσύ κι η αυτοκρατορία μεγαλώνει..

Πρώτα πρώτα και για να εξηγούμαστε.

Δεν ξέρω τίποτα από hip hop και low bap- δεν ξέρω καν πολλά για τα ελληνικά συγκροτήματα που τα λέμε ροκ, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο συμφωνώντας.

Και δεν ξέρω, όχι μόνο γιατί από χαρακτήρα όταν ανακαλύπτω κάτι που με ενθουσιάζει (όπως το έντεχνο, στα τέλη του '80) πέφτω με τα μούτρα, αλλά και για έναν ακόμα, πιο πρακτικό λόγο.

Γιατί μέχρι πρότινος ζούσα από το τραγούδι- και υπό αυτές τις συνθήκες, δεν άργησα μέσα μου να το σκοτώσω.


Τα τραγούδια μπορεί να τα αγαπάς, αλλά μαθαίνεις με τον καιρό, αναλόγως με το που εμφανίζεσαι και που επιδιώκεις να φτάσεις, να τα χωρίζεις σε χρήσιμα και μη.



Σε ανεβαστικά, που τα παίζεις για να έχει το μαγαζί κατανάλωση και σε ξενερωτικά που τα παιζεις γιατί πρέπει κάποια στιγμή να γυρίσεις σπίτι σου.


Υπάρχουν, βέβαια, ορισμένα τραγούδια που αν και τα κρατάς σε ρόλο μπαλαντερ στο ρεπερτόριό σου δεν παύεις να "κόβεσαι" κάθε φορά που τα λες, σα να 'ναι η πρώτη φορά. Να μη τα συνηθίζεις.

Αλλά κι αυτό ακόμα λειτουργεί, νομίζω, με έναν τρόπο βαθιά εμπορικό- βοηθάει να πουληθούν καλύτερα τα άλλα, υποβάλλοντας την ιδέα ότι δεν είναι όλα για πούλημα.

Σκέφτομαι το "Εγώ τραγούδαγα τα βράδυα στα σκυλάδικα" ή το "Αυτή η νύχτα μένει", για παραδειγμα..
Ρυθμοί φτιαγμένοι για να μη μπορεί ο άλλος να σηκωθεί. Για να λιώνει στην καρέκλα του με ένα ποτήρι που ξεπερνάει τις αντοχές του (αλλά μετά από τόσες ρούμπες και τσιφτετέλια το νερό έχει κάνει φτερά και βάζει στο στόμα του ό,τι βρίσκει...)

Είναι γύρω στις 4, συνήθως.
Η τραγουδίστρια γέρνει με το τσαλακωμένο ρούχο της στο ψηλό σκαμπώ, κοιτάει λοξά χαμηλά- σαν να κοιτάει σε έναν μέσα χώρο
ή και κλείνει εντελώς τα μάτια, τραγουδώντας για τον εαυτό της.
"Αυτό δεν είναι προς πώληση", είναι σα να λέει.
Κάνει ένα νόημα να χαμηλώσει το φως στη σάλα, παίρνει ατημέλητες πόζες και μοιάζει και η ίδια για πρώτη φορά λίγο σα να χάνει τον έλεγχο.

Όλα είναι τεχνογνωσία στα διασκεδαστήρια.
Αυτο δε σημαίνει ότι κάποιος κοροϊδεύει κάποιον άλλον αλλά ότι όλοι μαζί ικανοποιούμε μια ανάγκη με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο παράστασης- αυτόν και κανέναν άλλον.

Περισσότερο από τις ταμπέλες που τους κολάνε οι εταιρίες, τα τραγούδια νομίζω πως χαρακτηρίζονται από τον τρόπο αυτό της διαφορετικής τους παράστασης.

Γι' αυτό όταν μιλάμε για είδη τραγουδιού δε μιλάμε για στίχους μόνο, ούτε μονο για μουσικές.

Hip hop, ας πούμε, κάνουν σήμερα, σύμφωνα με τις εταιρίες, ένα κάρο συγκροτήματα- πολύ περισσότερα στον αριθμό απ' ό,τι πριν 10 χρόνια.
Και κρατήστε την πρώτη μου δήλωση πως δεν ξέρω τίποτα για το hip hop.



Ξέρω, όμως, έχοντας μόλις ολοκληρώσει ενός έτους ψάξιμο πάνω στη δισκογραφική παραγωγή της δεκαετίας ότι με όρους αγοράς, hip hop κάνουν οι Stavento και κάνουν και οι Active Member.. (όπως κάνει ο Μιχαλάρας, το Θηρίο και οι πολλαπλά πλατινένιοι Goin' Through..)- όλοι αυτοί το ίδιο είδος κάνουν, σύμφωνα πάντα με τις εταιρίες..






Οι περισσότεροι τραγουδάνε κομμάτια σαν αυτό:





Στη βάση της χοντρικής αυτής κωδικοποίησης μετράται η ποικιλομορφία των αγορών, ένα σημαντικό μέγεθος για τη διεθνή πολιτιστική πολιτική, που με απλά λόγια δηλώνει τον βαθμό στον οποίο οι άνθρωποι έχουν ποικιλία επιλογών σε πολιτιστικό επίπεδο.
Το βαθμό στον οποίο οι επιλογές αυτές έχουν ή όχι ουσιαστικές διαφορές-
ή αν, για να το πω απλούστερα, έχουν όλα γίνει σούπα..

Θέμα ανεξάντλητο, κάποιου μελλοντικού και λιγότερο πρόχειρου ποστ..

Που είναι, λοιπόν, το πρόβλημα και γιατί τα γράφω όλα αυτά..


Γιατί τον τελευταιο καιρό, στη μεγάλη και φιλόξενη αγκαλιά του Ομίλου Γιαννίκου που τείνει να εξελιχθεί σε μονοπώλιο όχι μόνο στο χώρο της δισκογραφίας, αλλά επίσης στο θέατρο και στο, παιδικό τουλάχιστον, βιβλίο, έρχεται να προστεθεί ένα ακόμα πολύτιμο μέσο προώθησης-
το κατακίτρινο, ανεβαστικό και πολύ μα πολύ χαμογελαστό Happy ραδιόφωνό του που διαφημίζεται νυχθημερόν από το ALTER, προκαλώντας ανοιχτά το περιρρέον κλίμα της βαθιάς απογοήτευσης που το ίδιο, όπως και τα άλλα κανάλια, μας έχει υποβάλλει.

Μετά τη Βανδή που δήλωσε για τις ανάγκες του κίτρινου διαφημιστκού ότι "την κάνει happy η ζυγαριά της" και την Κοκκίνου που μας χαμογέλασε πλατιά στη σκέψη "ένος μεγάλου κουτιού με ποπ κορν", ήρθε η σειρά των Stavento, που λόγω της καταγωγής που έχουν από ένα χώρο με πιο πολιτικές ανησυχίες (τη low bap) διαφημίζουν από σήμερα το σταθμό ως εξής:





Κι έπειτα είναι και οι Active Member, με κάτι παράξενα κομμάτια σαν το παρακάτω.

Κι ένα τύπο χοντρό, που δε μοιάζει και πολύ συνεργάσιμος.
Και σίγουρα δε μοιάζει happy, με τον τρόπο που θα το ήθελε το κίτρινο διαφημιστικό.

Και ενώ εξακολουθώ να μην ξερω τι είναι το hip hop- γιατί όπως είπα ήδη, ποτέ δεν άκουγα, μου φαίνεται πως σαν να αρχίζω να διακρίνω στο βάθος τη συνταγή για τη σούπα..



Το τραγούδι λέει:

Κάποτε σ' είδα στο πέρασμα του αιώνιου κόμβου,
στο καιρό του τρόμου και του αλλόκοτου φόβου,
να διπλώνεσαι, ν ανησυχείς και να τρομάζεις
και πριν καλάρουν οι μέρες το σκασμό να βγάζεις.

Να μια απ τα ίδια ίδιοι δρόμοι ίδιοι κύκλοι·
γαβγίζουν οι άνθρωποι σκιάζονται οι σκύλοι,
θρηνούν μανάδες, και πού να ξαποστάσεις
όταν στη μνήμη σου μακραίνουν οι αποστάσεις.

Έτσι σκηνοθετούν το σήμερα άκριτοι κοσμοκράτορες,
βαρέθηκα τα έγκυρα - είναι όλοι προβοκάτορες
που πιάνονται απ τον φόβο σου και φτιάχνουν ιστορίες
κι ενάντια στους άπιστους στήνουν σταυροφορίες
από χορτασμένους με το ίδιο ήθος και παράστημα
που θα εξοντώνουν όσα τους μοιάζουν άσχημα.

Έτσι κι εγώ αφού σκιάζεσαι ξανά σε φτύνω.
Ψάχνω, λοιπόν, ό,τι φοβάσαι για να γίνω.

Γίνομαι τάφος αντάρτη στο Ιράκ
και μοιρολόι στη Παλαιστίνη,
τυφλός στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη·
πεινασμένος ιθαγενής στο Μεξικό,
χίλιες επεξηγήσεις για το φόβο σου στο λεξικό,
μοναχός στο Θιβέτ κι aboriginal στην Αυστραλία,
τζαμί καμένο από φασίστες στην Ιταλία·
εθελοντής γιατρός απ την Αβάνα
και παιδί στην Τεχεράνη απ ανύπαντρη μάνα·
νεκρός κι άταφος δάσκαλος στη Σομαλία,
κυνηγημένος τούρκος συγγραφέας στη Γαλλία,
εργάτης στα πετρέλαια στη Βενεζουέλα
και στο Μπέλφαστ μια ματωμένη φανέλα·
βραζιλιάνος με 8 σφαίρες στο κεφάλι στο Λονδίνο-
τι άλλο φοβάσαι, πες μου, και θα γίνω.

Εγώ που κάνω όνειρα κι έχω πολλά ωραία να χάσω
κάνω και την αρχή- δε γουστάρω να ησυχάσω.
Τι άλλο φοβάσαι, πες μου, και θα γίνω
κι ας έχω τόσα πολλά κι ωραία να χάσω.
Κι ούτε στιγμή μη ρωτάς τι θα απογίνω,
μου φτάνει που δε γουστάρω να ησυχάσω
(που είμαι εδώ και θέλω τη βολή σου να χαλάσω
πες μου, τι άλλο φοβάσαι)

Θα γίνω χρήστης που παλεύει για τη σωτηρία,
διψασμένος πρόσφυγας από τη Νιγηρία,
σαρίκι τυλιγμένο σε περήφανο κεφάλι
και μασάτι από αφρικάνικο ατσάλι.
Σφαγμένο θηλυκό απ τους γονείς του στην Κίνα
κι ορφανό σε φαβέλα που πεθαίνει απ την πείνα.

Τι άλλο φοβάσαι πες μου και θα γίνω
Αλγερινός που ξημερώνεται σε γαλλικά λιμάνια
και μάτια που κοιτούν από πασαμοντάνια·
τούρκος αναλφάβητος που ζει στο Γκάζι
και μορφωμένος Αλβανός που σε τρομάζει·
στο τοίχος της ντροπής stencil απ τον Banksy
κι ο εφιάλτης σου πριν να χαράξει.

Πες μου, τι άλλο φοβάσαι και θα γίνω.

Sunday, March 21, 2010

Γιατί σωπαίνουν τα κανάλια ;;

Καλημέρες!

Μέχρι τώρα ανέβαζα τα ..μαθητικά μου κείμενα, κάτι σαν να ήταν το blog ένα δεύτερο τετράδιο, αλλά σήμερα ξύπνησα με πιο άγριες διαθέσεις.

Υπάρχουν πολλές ρητορικές ερωτήσεις που κάνουν την αντίθετη δουλειά. Αντί να ανοίγουν ένα θέμα, το κλείνουν. Θέλω να πω πως, καθώς έχουμε ξεμάθει τα επιχειρήματα, το υπονοούμενο κάνει πλέον όλο και συχνότερα τη δουλειά του πυροσβέστη. Γινεται όλο και συντηρητικότερο.



Ας υποθέσουμε τις εξής ερωτήσεις:
Γιατί τα κανάλια δεν ξεσκεπάζουν σκάνδαλα που έχουν να κάνουν με το σύστημα στο οποίο τα ίδια ανήκουν; Γιατί ενώ μιλούν με περισσό μένος για τους πολιτικούς και τα κόμματα κάνουν γαργάρα τα ζητηματα που αφορούν άλλα κανάλια; Στο κάτω κάτω ανταγωνιστές δεν είναι;

Θα μου πείτε, τώρα είναι περίοδος κρίσης. Εκκρεμεί το Ecofin, η ευρωπαϊκή βοήθεια και το ΔΝΤ. Το ασφαλιστικό, το έλλειμμα, η ανεργία που δεν ήταν ποτέ χειρότερα και, φευ, η Εκκλησία που απειλεί να μας σύρει στα δικαστήρια. Τα εσωτερικα των καναλιών θα κοιτάμε;

Από την άλλη, σε μία χώρα που η τηλεόραση έχει διείσδυση σχεδόν 100%, που η συνδρομητική και η καλωδιακή είναι ακόμα άγνωστες λέξεις και που, χάρη στη Digea, η ψηφιακή μετάβαση δε γεννά παρά ελπίδες για λιγότερα χιόνια στους δέκτες μας, σε μια χώρα τόσο παραδομένη στην τηλεόραση, τα εσωτερικά των καναλιών μετράνε.

Σε ένα παλιότερο post που λάτρεψα ο Νίκος Σμυρναίος, που διδάσκει στο Πανεπιστημιο της Toulouse, μιλάει για την πολιτική οικονομία των ΜΜΕ, τη μόνη πλέον δυνατή οικονομία, και έχει ένα κατατοπιστικό χάρτη, που προσάρμοσα για τις ανάγκες της μεταπτυχιακής μου κάπως έτσι:



Όχι, τα κανάλια δεν είναι μόνο ανταγωνιστές.

Κι αυτό δε χρειάζεται κανείς μαθήματα πολιτικής οικονομίας για να το καταλάβει. Αρκεί να ακούσει την πρόσφατη είδηση για την αυτοκτονία του εφοριακού που υπέγραψε την απαλλαγή του ALTER από την υπόθεση των εικονικών τιμολογίων που θα του κόστιζαν λίγο ή πολύ 50.000.000 ευρώ πρόστιμο και θα έβαζαν φρένο τόσο στο σταθμό όσο και στις θυγατρικές του.

Όπως έχω αναλύσει στην δπλωματική μου, που κατέθεσα πρόσφατα, και όπως εύκολα μπορεί ο καθένας να καταλάβει αν αφιερώσει ένα απόγευμα να δει τα σποτ που παίζουν στο κανάλι σαν δεύτερο πρόγραμμα, ο όμιλος στον οποίο ανήκει το ALTER έχει φτάσει μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, χάρη σε πολλών ειδών ασυλίες, να ορίζει τον κλάδο της δισκογραφίας, τον θεατρικό κλάδο ακόμα και τις εκδόσεις. Στο δε παιδικό κοινό είναι σχεδόν χωρίς ανταγωνιστή.




Το ιστορικό της φορολογικής περιπέτειας του ALTER μπορεί να το δει κανείς εδώ. Στην τηλεόραση κακώς θα περιμένει να το δει. Από όσο ξέρω, το έχει παίξει μόνο ο ΣΚΑΙ, και εγώ το άκουσα χτες, μεταξύ αστεϊσμών, από το Αλ Τσαντήρι. Ο Λαζόπουλος αναρωτιόταν γιατί δεν το είπε κανένα κανάλι και διαβεβαίωνε ότι όταν οι Γερμανοί του βάλουν όρια, θα πάει σπίτι του. Διευκρίνισε, ευτυχώς, ότι δεν παριστάνει τον αντεξουσιαστή.

Δεν έχω ιδέα αν πράγματι το συγκεκριμένο γεγονός συνδέεται με την υπόθεση του ALTER- δε θα μπορούσα. Αναρωτιεμαι, όμως, γιατί τα κανάλια, τόσο ανταγωνιστικά μεταξυ τους κατά τα άλλα, δεν ανέφεραν τιποτα σχετικά (κατι που ισχύει για όλο το χρονικό της περιπέτειας του ALTER). Και το αναρωτιέμαι επειδή ακριβώς το ALTER είναι εδώ και καιρό παραπάνω από υπολογίσιμος παίχτης στο χώρο των media και στο χώρο του πολιτισμού, γενικότερα.

Εύκολα συμπεράσματα δεν μπορούν να βγουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Και όπως λέει και ξαναλέει ένας αγαπημένος μου καθηγητής, όσο στέκεσαι στις ευθύνες των προσώπων χάνεις αυτό που συμβαίνει από πίσω.
"Στη Δομή, αδέλφια μου, στη Δομή..".

Καθώς βγαίνω να αγοράσω το Κυριακάτικο φύλο της REAL News με το οποίο κυκλοφορεί το καινούργιο cd της Πρωτοψάλτη, που διαφήμισε ο Χατζηνικολάου στο κεντρικό δελτίο του ALTER καθώς αυτό βρισκόταν σε ζωντανή σύνδεση με τον LOVE FM, του υιού Κουρή, που μετέδιδε κατ' αποκλειστικότητα τα 2 από τα 12 τραγούδια του cd που, ας σημειωθεί, φέρει το διακριτικό της HEAVEN που ανήκει σε άλλο κανάλι, από το οποίο, ας μην κρυβόμαστε, πολλοί άλλοι ..καταγόμαστε,

αφήνω ανοιχτό στο laptop να παίζει το νέο της τραγούδι
σφραγισμένο με κάθε λογής λογότυπα

και ένα υπόλειμμα από το χαμόγελό της.



Μη ρωτήσετε αν μου αρέσει το τραγούδι.

Δεν ήταν αυτό το θέμα του post..

Καλημέρα..

Saturday, March 13, 2010

Συλλαβίζοντας την Αγορά

«‘Ναός’ τι σημαίνει; » ρωτάει ο Αζίζ τη δασκάλα του που έχει μόλις στηρίξει στον πίνακα μια φωτογραφία της Ακρόπολης. Θα πάνε εκδρομή την Κυριακή και δείχνουν ενθουσιασμένοι.

«Ναός είναι η εκκλησία», του απαντά εκείνη. «Και το τζαμί. Και του Βούδα. Ό,τι είναι ιερό, είναι ναός. Κάθε σπίτι Θεού, ναός είναι». Ο Αζίζ, που έχει μόλις έξι μήνες στην Ελλάδα, της γνέφει πως κατάλαβε και στρέφεται στον διπλανό του να εξηγήσει.

Ό,τι λέγεται μέσα στην τάξη αυτή επαναλαμβάνεται πολλές φορές, χαμηλόφωνα, σε πολλές γλώσσες και ο καθένας πιάνεται από όποιον ήχο μπορεί. Όπως σε κάθε τάξη υπάρχουν καλοί και λιγότερο καλοί μαθητές, μπροστινό θρανίο και γαλαρία. Στη γαλαρία, κάθεται ο Αλί- είναι μικρότερος από τους άλλους. Φοράει γουόκμαν. Αναρωτιέμαι τι κάνει εδώ αφού δεν προσέχει. Η δασκάλα του χρησιμοποιεί πολύ τα χέρια της όταν μιλάει κι εκείνος δεν παίρνει στιγμή από πάνω της τα μάτια του. Καθώς ψάχνουν να μεταφράσουν στα αιγυπτιακά τη λέξη «ποτάμι», ο Αλί λέει δυνατά «νάχαρ» και ο διπλανός του το λέει να το ακούσει η τάξη. «Το έχουμε ξαναπεί το ποτάμι», διαμαρτύρεται. Η Άννα Δαμιανίδη, η δασκάλά τους, συμπληρώνει, πιο υπομονετική από τους καλύτερους μαθητές της, ότι είναι «σαν τον Νείλο, αλλά πιο μικρό. Ο Ιλισσός».

Οι καλύτεροι μαθητές της θα φύγουν γρήγορα. Και οι χειρότεροι γρήγορα θα φύγουν. Το σχολείο της Κυψέλης είναι ένα πέρασμα. Για το Αιγαίο, για την Ιταλία, για πίσω στο Μπαγκλαντές, κανείς δεν ξέρει τι θα τους ξημερώσει. Όμως οι δασκάλες τους έχουν απαιτήσεις. Αλλιώς, τι νόημα θα είχε να έρχονται;



Στη γωνιακή τάξη, αυτή που φαίνεται από τη Φωκίωνος, η Γεωργία λέει στο μικρότερο μαθητή της ότι του βρήκε θέση σε πολυπολιτισμικό σχολείο. Μπορεί να ξεκινήσει από τη Δευτέρα. Εκείνος σκύβει το κεφάλι, γνέφει ότι δε θα πάει. Είναι 8 άτομα που ζουν στο ίδιο σπίτι και δουλεύει ένας για όλους. Είναι δεν είναι 17. Η Γεωργία επιμένει. «Να μην πάει χαμένος», μου λέει χαμηλά. Εκείνος φεύγει χαμογελώντας από την τάξη και γυρνάει κρατώντας της πορτοκαλάδα.

Στο βάθος της Αγοράς βρίσκω την πιο ήσυχη τάξη απ’ όλες. Δε θα ακολουθήσουν την εκδρομή στην Ακρόπολη και είναι γι’ αυτούς σαν μια οποιαδήποτε Παρασκευή. Η ταμπέλα πάνω από την είσοδο γράφει «Κατεψυγμένα προϊόντα Ροντογιάννης» και η συρόμενη είναι μισή ανοιχτή. Μπαίνω αθόρυβα και κάθομαι στη μόνη θέση που είναι άδεια. Δε με προσέχει κανείς. Όλων τα μάτια είναι καρφωμένα στον πίνακα που η δασκάλα γράφει τις εκδοχές του ι. Μετά διαβάζουν όλοι μαζί: «έχεις», «όχι», «μήλο», «φίλοι». Δίπλα μου κάθεται ο Τζέραλντ. Με κοιτάει που δε διαβάζω και ρωτάει: «Από πού είσαι;». Λέω «Ελλάδα». Τον βλέπω που απορεί. Η δασκάλα του τον επαναφέρει στην τάξη, ζητώντας να διαβάσει φωναχτά τη σειρά των δίφθογγων. Μετά στρέφεται στον Μπίνιαμ και του δείχνει πως λέγεται το «θ». «Ναι, σσσσέλω», λέει εκείνος σιγά και η τάξη ξεσπάει σε γέλια. Δεν τους μαλώνει που γελάνε. Δε θυμώνουν που δεν τα καταφέρνουν. Όλων η προφορά είναι αστεία και το ξέρουν. Συχνά δείχνουν ανυπόμονοι, πετάνε στην άκρη τα μολύβια, μιλάνε διάφορες γλώσσες. Εκείνη περιμένει. Ο Βένιαμ έχει καλύτερη προφορά από τους άλλους. «Μένεις στην Κυψέλη;», τον ρωτάει. «Όχι. Μπάγκλαντες», της απαντάει και όλοι ξαναπιάνουν τα γέλια.

Που και που χτυπάνε κινητά με αραβικά ringtones. Τα σηκώνουν, μιλάνε χαμηλόφωνα, δεν τους μαλώνει- χρόνος ιδιωτικός, πολύτιμος χρόνος. Έξω η κίνηση από τη Δροσοπούλου δυναμώνει, παράξενα πρόσωπα σταματούν που και που και κοιτάνε από το τζάμι. «Σήμερα που ήρθατε», μου λέει η δασκάλα τους, «είναι ένα μάθημα δραματικό. Μου τέλειωσε ο μαρκαδόρος..» . Δράμα, όπως μικρό δράμα. Για τα μεγάλα δε μιλάνε. Ότι η Έλσα χτες, μετά από 3 μήνες μάθημα δεν ήρθε. Κινητά χτυπάνε. Δίπλα μου ο Τζέραλντ πασχίζει να βρει σε ποιο σημείο της σελίδας έχουν φτάσει. Του δείχνω τη σειρά του ταυ. «Γκερνό», μαλώνει τον πιο ζωηρό μαθητή της η δασκάλα, «τι γράφει εδώ;». «Ξανά!», της λέει εκείνος, σίγουρος. Και μετά τραγουδιστά: «Πες το μου ξανά ότι μ’ αγαπάς». Αστειεύεται με Βέρτη. Του γελάω. Εδώ ζούμε. Η δασκάλα γράφει τη φράση στον πίνακα, με όσο μελάνι της έχει μείνει. Δεν υπάρχει ακατάλληλο παράδειγμα σ’ αυτή την τάξη. Όπου βρει να ακουμπήσει η γλώσσα είναι καλά. Κοιτάω τον διπλανό μου που πασχίζει να αντιγράψει στο τετράδιό του τα σύμφωνα. Είμαστε σχεδόν συνομήλικοι. Έχει τελειώσει το Πανεπιστήμιο, λένε, κάπου αλλού. Τον βλέπω να σκοτεινιάζει, όλοι σκοτεινιάζουν, καθώς η δασκάλα ζητά μία λέξη έστω που να περιέχει το «γκ». «Παγκράτι», λέω δυνατά. Γελάνε. Το γνωρίζουν όλοι. «Και.. αγγελίες». Γελάνε τώρα πιο δυνατά. Αυτό κι αν το γνωρίζουν.

Η Νατάσα Παπαδοπούλου, η δασκάλά τους, παίρνει παρουσίες και τους δίνει ραντεβού για την επόμενη Παρασκευή. «Γιατί παίρνετε παρουσίες, αφού συνήθως δεν μένουν για πολύ;» τη ρωτάω. «Πρέπει να αισθάνονται ότι είναι σχολείο», μου λέει σοβαρά. «Ακόμα κι όταν αφήνουν το μάθημα, έρχονται που και που να μας δουν. Μαθαίνουμε νέα τους. Προχτές είχα κατέβει εκτάκτως να τους διαβάσω τις μικρές αγγελίες, γι’ αυτό γέλαγαν». Τη ρωτάω αν έμενε πάντα στην Κυψέλη. Αν ερχόταν στην Αγορά. «Πάντα», μου λέει. «Είκοσι χρόνια πριν ο χώρος αυτός έσφυζε από ζωή. Με τα χρόνια γέρασε και ο δήμος αποφάσισε να τον κλείσει για να φτιάξει γκαράζ και πολυκαταστήματα. Τότε αποφάσισαν οι κάτοικοι να τον καταλάβουν. Έτσι βρισκόμαστε σήμερα εδώ και έτσι έγινε το σχολείο. Η Φωκίωνος Νέγρη είχε τότε, αν το πιστεύεις, πάπιες και νερά που τρέχανε».

Καθώς βγαίνω από την τάξη στο πίσω μέρος της Αγοράς, περασμένες έντεκα, και κατευθύνομαι προς τη Φωκίωνος, σκέφτομαι πως απορροφήθηκα τόσο που ξέχασα να καληνυχτίσω. Η Άννα Δαμιανίδη, δημοσιογράφος στα «Νέα» και από τις πρώτες δασκάλες του σχολείου, έφυγε αθόρυβα πριν τη ρωτήσω γιατί και πως το αποφάσισε, ενώ στο μέηλ μου βρήκα γυρνώντας ανοιχτή πρόσκληση να επιστρέψω.

Απόψε νιώθω σα να συλλάβισα για πρώτη φορά την Αγορά.

Sunday, December 6, 2009

Μια εκ βαθέων εξομολόγηση

Ελφρίντε Γελινεκ

«Μου αρέσει να το επαναλαμβάνω: αν και νεκρή και θαμμένη, η ιστορία υψώνει ένα χέρι μέσα από τον τάφο της»


Μια ιστορία επιστροφών. Εγκλεισμού. Χρόνος από γύψο, που μόνο η μητέρα, αν υπήρχε, «θα μπορούσε να σπάσει με τη γροθιά της». Η διήγηση της Ελφρίντε Γέλινεκ στην Κατρίν Λεσέρ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εκκρεμές» τυλιγμένη την κόκκινη κορδέλα της λογοτεχνικής διάκρισης,



θυμίζει τη διαρκή αγωνία της Έρικα, ηρωίδας του πρώτου της αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος, τις στιγμές που κάθεται «με τα υπολείμματα του γύψινου ορθοπεδικού περιλαίμιου του χρόνου γύρω από το λαιμό της και αναγκάζεται να ομολογήσει, προς μεγάλη τέρψη των άλλων: Τώρα πρέπει να γυρίσω στο σπίτι».

Θυμίζει επίσης την ιστορία της Αυστρίας, που όπως η Έρικα, δεν αντιμετώπισε εγκαίρως, κι είναι σαν να μην αντιμετώπισε ποτέ, το παρελθόν της. «Έπαιξε ρόλο το ότι είσαστε προγραμμένη στη χώρα σας στο να σας απονείμουν το βραβείο Nobel;», τη ρωτάει η Κατρίν Λεσέρ. «Με διαβεβαίωσαν πως όχι», απαντά εκείνη. Και έτσι αρχίζει να διηγείται, πέφτοντας σε έναν ποταμό λέξεων, καταφέρνοντας να πείσει τον αναγνώστη της ότι πίσω από τη γλώσσα που μοιάζει να κυριεύει, η Ελφρίντε Γέλινεκ βρίσκεται συχνά απολύτως αβοήθητη.

Παιδί δεν υπήρξε ποτέ. Η γέννησή της ήταν καταστροφική για την οικογένειά της. Η μητέρα της δεν ήθελε παιδιά και φαίνεται πως πήρε την εκδίκησή της, στερώντας από την μικρή Ελφρίντε το δικαίωμα να ζήσει παιδική ηλικία. «Από τα επτά μου χρόνια», διηγείται, «η μέρα μου άρχιζε στις έξι το πρωί και τέλειωνε στις δέκα το βράδυ». Μελετούσε ασταμάτητα, για το σχολείο, για το μπαλέτο, για το κάθε ένα από τα πέντε όργανα που η μητέρα της θεώρησε απαραίτητο να μάθει. Όταν δεν άντεχε άλλο, έτσι κλεισμένη στο δωμάτιό της, άρχιζε να χτυπάει το κεφάλι της από τοίχο σε τοίχο. Κι όταν αυτό έπαψε να της αρκεί, άρχισε να γράφει και να διαβάζει- ασταμάτητα. Εκεί συνάντησε για πρώτη φορά τον πατέρα της. Στην εμμονή με τα βιβλία. Ήταν κι οι δύο μόνοι, αβοήθητοι και παραιτημένοι μέσα στο ίδιο σπίτι, μέχρι που εκείνος τρελάθηκε. Η Ελφρίντε θυμάται την πρώτη και τελευταία φορά που έκανε την επανάστασή του για να την πάει με το ζόρι στο σινεμά να δουν ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σωροί ανθρώπινων σωμάτων, «γυναίκες με τα πόδια ανοιχτά», το Άσεμνο που η Ελφρίντε δεν ξέχασε ποτέ, που δεν έπαψε έκτοτε, κι ας μην είχε το δικαίωμα, να το κοιτάζει.




Φοιτήτρια είχε την πρώτη της ευκαιρία να δραπετεύσει. Καλοκαίρι του ’68, όλος ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους να γιορτάσει κι εκείνη ίσα που δρασκέλισε την πόρτα πριν λιποθυμήσει από φόβο. Γύρισε ταπεινωμένη, ξέροντας πως απέναντι στη μάνα αράχνη θα ήταν ανέφικτη κάθε επανάσταση. Και καθώς φοβόταν να ζήσει, άρχισε να διαβάζει με πάθος γλυκερά αισθηματικά μυθιστορήματα, να βλέπει τηλεοπτικές σειρές, να φαντάζεται ότι παίρνει τους δρόμους παρέα με τον Kerouac. Το ’69 βραβεύονται τα πρώτα της έργα, όλα ερωτικά, πολύ ερωτικά ποιήματα, αλλά κρυπτογραφημένα. Μαθαίνει ήδη να λέει και να κρύβει, να είναι επιθετική και να ειρωνεύεται, να αφήνεται στη γλώσσα και να χειρίζεται επιδέξια τη σημασία. «Πάντοτε ρίζωνα με πολύ ιδιαίτερο τρόπο στην πραγματικότητα. Έχω διαβάσει πάμπολλα αστυνομικά μυθιστορήματα και πάντα παθιαζόμουν έντονα με τις εγκληματικές ιστορίες, ιδίως της αληθινές. Θα έλεγα ότι πρόκειται για τη δόση ή την ένεση πραγματικότητας που ενσταλάζω στα κείμενά μου για να μπορούν να σταθούν όρθια και να μη ραγίσουν».


Σύντομα η ποίηση την περιορίζει, γράφει πρόζα κι όταν οι φωνές μέσα της πληθαίνουν, θέατρο. Αρχίζει να βρίσκει συγγένειες μέσα από τη γραφή. Έχουν όλοι τους ένα κοινό, οι συγγενείς της Ελφρίντε. Είναι άστεγοι μέσα στη γλώσσα. Κι επιπλέον οι γυναίκες συγγραφείς, στερημένες από γλώσσα. «Σπανίζουν οι γυναίκες που κατορθώνουν να χαράξουν το όνομά τους στον ψυχρό κόσμο των ανδρικών αριστουργημάτων», διαμαρτύρεται. «Κοιτάξτε την Ingeborg Bachmann που κάηκε μέσα στη νάιλον νυχτικιά της! Κοιτάξτε την Sylvia Plath με το κεφάλι χωμένο στο φούρνο φωταερίου! Κοιτάξτε το τέλος αυτών των γυναικών. Γι’ αυτές έχω γράψει μια σειρά από ‘δράματα πριγκιπισσών’». Η Γέλινεκ μιλάει με πολύ τρυφερότητα για τις επιλεκτικές αυτές συγγένειες, τις «προλετάριες» όπως λέει «της γλώσσας».


Για τους αληθινούς προλετάριους που πλησίασε το ’70, ως μέλος της αυστριακής Αριστεράς, δε μιλά με το ίδιο πάθος. «Ποτέ δεν πίστεψα», ομολογεί, «στην ικανότητα της εργατικής τάξης να αλλάξει την ιστορία. Κάθε τι που παρατηρούσα μου έδειχνε το αντίθετο. Ωστόσο, ήθελα να αναλάβω αυτή την πολιτική εργασία στη βάση, ήθελα να υποταχτώ σ’ αυτή την άσκηση ταπείνωσης». Όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα πλούτισε κι άρχισε να γίνεται ένα μικρό «κόμμα εργοδοτών», η Ελφρίντε το εγκατέλειψε, μην πιστεύοντας πια ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει κάτι, αλλά ξέροντας καλά ότι η ίδια μόνο γράφοντας μπορούσε να ζει. Μέσα του ’80 η Αυστρία βρίσκει μπροστά της τα φαντάσματα του παρελθόντος. Η αναγνώριση των ναζιστικών εγκλημάτων σαράντα χρόνια μετά, χαιρετίζεται από όλους ως σπουδαία πράξη. «Αν είναι να το κάνεις τόσο αργά, καλύτερα να μην κάνεις τίποτε» λέει αυστηρά η Γέλινεκ.
Είναι η εποχή του πολιτικώς ορθού. Όσοι μιλάνε για το παρελθόν θεωρούνται προδότες. Για την Αυστρία η Γέλινεκ είναι από αυτούς που «λερώνουν τη φωλιά τους». Μαθημένη να ζει παράμερα, συνεχίζει να γράφει τα «Παιδιά των Νεκρών». Υποδέχεται έτσι με το μεγαλύτερο έργο της την πρώτη ακροδεξιά κυβέρνηση στην Ευρώπη. «Σχεδιάζω εκ νέου την γενέτειρα χώρα μου σαν κάτι ξένο και ανησυχητικό. Στο βιβλίο μου, κάτω από τα βουνά όλης της Αυστρίας κείτονται οι νεκροί της ιστορίας από τους οποίους έχουν αφαιρέσει τα πάντα». Η αμνησία είναι αυτό που κάνει την Γέλινεκ να θέλει να φωνάξει. Το άσεμνο, που πρώτος ο πατέρας της της έμαθε ότι, από το ναζισμό και μετά, δεν επιτρεπόταν πια να μην το κοιτάς κατάματα.


Από την άλλη, εκτός από στρατευμένη συγγραφέας, η Γέλινεκ είναι μια συγγραφέας που παλεύει με τη γλώσσα, που στοχάζεται. Που πηδά «χωρίς δισταγμό», όπως λέει με παράπονο, «στο ποτάμι των λέξεων». Ο άντρας της εμφανίζεται μια μοναδική φορά μέσα στην εξομολόγησή της για να θαυμάσει: «Δεν πετάς ποτέ τίποτε!». Κι εκείνη παραδέχεται πως έτσι είναι: «Ίσως δεν πηγαίνω τόσο μακριά όσο η Ομάδα της Βιέννης, η οποία δε δίστασε να κάνει την καθαριότητα αποβάλλοντας όλες αυτές τις μικρο-γερμανικές αναθυμιάσεις, αυτή την καθολικο-αυστριακή μπόχα. Εγώ στοιβάζω. Ίσως και για να προστατευθώ από τον ίδιο τον εαυτό μου. Συγκεντρώνω έναν τεράστιο όγκο από λέξεις που έχουν κατολισθήσει. Για να μη μου κάνει κανείς τίποτε. Διότι διαισθάνομαι ότι θα τους άρεσε πολύ να μου κάνουν κάτι».





Η Γέλινεκ είναι η γυναίκα που παλεύει διαρκώς ενάντια στη φύση της για να μπορέσει να μιλήσει. Χρησιμοποιεί συχνά, καθώς αναφέρεται στον εαυτό της, το τρίτο πρόσωπο, σα να είναι το υλικό, όχι το χέρι που ορίζει την ιστορία της. Η γραφή, όπως λέει, είναι το σκυλί που σε τραβά, αλλά μπορεί να γυρίσει ξαφνικά και να σε δαγκώσει. Η Γέλινεκ δε τον διάλεξε τον κίνδυνο αυτόν, γεννήθηκε μαζί του. Αλλάζοντας τη ζωή με τη γραφή, κατάφερε, όπως η μητέρα της το είχε ελπίσει, να ξεχωρίσει. Τη στιγμή που βραβεύεται, νιώθει ντροπή, που ακόμα δεν έχει μια φωνή ολόκληρη δική της. Νιώθει, επίσης, ανησυχία ξέροντας ότι μετά το Nobel δεν θα την καταλάβουν περισσότερο, ίσως όμως αρχίσουν να την θαυμάζουν. Όπως τους ερμηνευτές που πλούτισαν με το ναζισμό και κανείς δεν μπόρεσε να τους αγγίξει, η Γέλινεκ θα απεχθανόταν να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη, μία ακόμα «ιερή αγελάδα» της Αυστρίας.


«Θα ήθελα», λέει σιγά στην Λεσέρ που της απευθύνει την ερώτηση, «να μπορώ να μείνω ήσυχη ζώντας παράμερα και, αν είναι δυνατόν, να μην έρχονται πλέον να με αναζητούν εκεί που θα είμαι».